Η διάγνωση της ρήξης δεν οδηγεί αυτόματα στο χειρουργείο. Δείτε πότε αποδίδει η συντηρητική αντιμετώπιση, πότε ενδείκνυται η συρραφή και πώς λαμβάνεται η απόφαση για τη δική σας περίπτωση.
Έχετε ερωτήσεις για τη ρήξη στροφικού πετάλου;
Η ρήξη του στροφικού πετάλου (τένοντα του ώμου) είναι από τις συχνότερες αιτίες πόνου και αδυναμίας στον ώμο. Όταν ένας ασθενής ακούει τη λέξη «ρήξη», η πρώτη σκέψη είναι συνήθως ότι χρειάζεται οπωσδήποτε χειρουργείο. Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη ορθοπαιδική αντιμετωπίζει το θέμα πιο διαφοροποιημένα: υπάρχουν ρήξεις που ανταποκρίνονται πολύ καλά στη συντηρητική θεραπεία και ρήξεις όπου η καθυστέρηση της χειρουργικής αποκατάστασης λειτουργεί εις βάρος του ασθενούς.
Σε αυτόν τον οδηγό συγκρίνουμε τις δύο προσεγγίσεις με βάση τα διεθνή δεδομένα και εξηγούμε ποια κριτήρια καθορίζουν την τελική επιλογή.
Το στροφικό πέταλο είναι το σύμπλεγμα τεσσάρων τενόντων που σταθεροποιούν την κεφαλή του βραχιονίου και επιτρέπουν την ανύψωση και τη στροφή του χεριού. Η ρήξη μπορεί να είναι μερικού πάχους, όταν ο τένοντας έχει φθαρεί χωρίς να διακοπεί πλήρως, ή ολικού πάχους, όταν ο τένοντας έχει αποκολληθεί από την πρόσφυσή του στο οστό.
Ως προς την αιτία, διακρίνονται σε εκφυλιστικές (σταδιακή φθορά με την ηλικία, συχνά σε έδαφος τενοντίτιδας ή συνδρόμου πρόσκρουσης) και σε τραυματικές (μετά από πτώση, βίαιη έλξη ή εξάρθρημα). Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική, γιατί οι δύο κατηγορίες δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.
Χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι ο νυχτερινός πόνος στον ώμο, ιδίως όταν ο ασθενής ξαπλώνει στην πάσχουσα πλευρά, μαζί με δυσκολία στην ανύψωση του χεριού πάνω από το ύψος του ώμου.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Ακαδημία Ορθοπαιδικών Χειρουργών (AAOS), σε μεγάλο ποσοστό των ασθενών η μη χειρουργική αντιμετώπιση εκφυλιστικών μερικού πάχους ρήξεων ανακουφίζει από τον πόνο και βελτιώνει τη λειτουργικότητα του ώμου. Αυτό συμβαίνει επειδή οι υπόλοιποι μύες και τένοντες του ώμου μπορούν, με σωστή εκπαίδευση, να αντισταθμίσουν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία του τένοντα που έχει υποστεί βλάβη.
Η συντηρητική αντιμετώπιση αποτελεί συνήθως τη λογική πρώτη επιλογή όταν:
Η ανταπόκριση αξιολογείται συνήθως μέσα στις πρώτες 4 έως 6 εβδομάδες.
Ο κυριότερος λόγος για χειρουργική αντιμετώπιση, σύμφωνα με την AAOS, είναι ο πόνος που επιμένει παρά τη συντηρητική θεραπεία. Η συρραφή συστήνεται επίσης όταν ο ασθενής είναι νεότερος και δραστήριος ή χρησιμοποιεί τα χέρια του σε εργασία και άθληση πάνω από το ύψος του ώμου.
Πιο συγκεκριμένα, η χειρουργική αποκατάσταση προτείνεται συνήθως όταν:
Η αποκατάσταση γίνεται σήμερα κατά κανόνα με αρθροσκόπηση ώμου, μέσα από τρεις μικρές τομές, χωρίς να ανοιχθεί η άρθρωση. Ο τένοντας επανακολλάται στη θέση του με ειδικές άγκυρες και ράμματα. Η τεχνική αυτή περιορίζει τον τραυματισμό των ιστών και συνδέεται με ομαλότερη ανάρρωση σε σχέση με την ανοικτή επέμβαση, όπως περιγράφεται αναλυτικά στα πλεονεκτήματα της αρθροσκόπησης ώμου.
Η επέμβαση εκτελείται με διάφορες μορφές αναισθησίας, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις εφαρμόζεται και αρθροσκόπηση με τον ασθενή ξύπνιο (awake shoulder surgery), με περιοχική αναισθησία και χωρίς παραμονή στο νοσοκομείο.
Η ανασκόπηση της Cochrane για τη χειρουργική αντιμετώπιση των ρήξεων του στροφικού πετάλου κατέληξε ότι, σε ασθενείς με μικρές μερικού πάχους εκφυλιστικές ρήξεις του υπερακανθίου, η επέμβαση ενδέχεται να μην υπερτερεί έναντι ενός προγράμματος ασκήσεων ως προς τον πόνο και τη λειτουργικότητα. Οι ίδιοι οι συγγραφείς επισημαίνουν, ωστόσο, ότι τα συμπεράσματα αυτά δεν μπορούν να γενικευτούν στις τραυματικές ρήξεις, στις μεγάλες ρήξεις ή στους νεότερους ασθενείς.
Οι ρήξεις ολικού πάχους δεν επουλώνονται αυτόματα και ένα ποσοστό τους μπορεί να αυξηθεί σε μέγεθος με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστεί λιπώδης εκφύλιση του μυός, η οποία μειώνει τις πιθανότητες επιτυχούς συρραφής. Επίσης οι μερικού πάχους ρήξεις τείνουν να γίνονται ολικού πάχους. Γι’ αυτό η παρακολούθηση είναι σημαντική: η συντηρητική αγωγή δεν σημαίνει εγκατάλειψη, αλλά οργανωμένο πλάνο με επανεκτίμηση.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις τραυματικές ρήξεις σε νεότερους ασθενείς, όπου η καθυστέρηση μπορεί να δυσχεράνει την αποκατάσταση. Επίσης, η παρατεταμένη ακινησία λόγω πόνου ευνοεί την εμφάνιση δυσκαμψίας και παγωμένου ώμου.
Η επιλογή δεν βασίζεται μόνο στην εικόνα της μαγνητικής. Συνεκτιμώνται:
Αν επιλεγεί το χειρουργείο, η αποκατάσταση είναι εξίσου καθοριστική με την ίδια την επέμβαση. Ακολουθεί περίοδος προστασίας με ανάρτηση και σταδιακό πρόγραμμα φυσικοθεραπείας, από τις παθητικές κινήσεις έως τις ασκήσεις με αντίσταση. Αναλυτικά, δείτε τι να περιμένετε στον οδηγό για την ανάρρωση μετά από αρθροσκόπηση ώμου, καθώς και πρακτικές συμβουλές για τον ύπνο μετά από αρθροσκόπηση ώμου.
Οι ρήξεις ολικού πάχους δεν επουλώνονται αυτόματα και μεγαλώνουν σε μέγεθος με την πάροδο του χρόνου.
Η ανταπόκριση αξιολογείται συνήθως μέσα στις πρώτες 4 έως 6 εβδομάδες συστηματικής φυσικοθεραπείας. Αν ο πόνος και η αδυναμία επιμένουν μετά από αυτό το διάστημα, επανεξετάζεται το ενδεχόμενο χειρουργικής αποκατάστασης.
Σε εκφυλιστικές ρήξεις, μια οργανωμένη περίοδος συντηρητικής αγωγής με παρακολούθηση θεωρείται λογική. Σε τραυματικές ρήξεις, ιδίως σε νεότερους και δραστήριους ασθενείς, η καθυστέρηση μπορεί να δυσχεράνει την αποκατάσταση, γι’ αυτό η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται έγκαιρα.
Στόχος της επέμβασης είναι η εξάλειψη του πόνου και η αποκατάσταση της λειτουργικότητας. Ήπια ενόχληση κατά τις πρώτες εβδομάδες της αποκατάστασης είναι αναμενόμενη και υποχωρεί σταδιακά, καθώς προχωρά το πρόγραμμα φυσικοθεραπείας.
Η τοπική έγχυση μπορεί να μειώσει τη φλεγμονή και τον πόνο, διευκολύνοντας τη φυσικοθεραπεία. Δεν αποκαθιστά όμως τον τένοντα και χρησιμοποιείται με φειδώ, καθώς οι επαναλαμβανόμενες εγχύσεις ενδέχεται να επηρεάσουν την ποιότητα του ιστού.
Αυτό κρίνεται εξατομικευμένα, μετά από κλινική εξέταση και απεικονιστικό έλεγχο, συνεκτιμώντας το είδος και το μέγεθος της ρήξης, την ηλικία, τις απαιτήσεις σας και την ανταπόκριση στη συντηρητική αγωγή.
Η σωστή απόφαση ανάμεσα στη συντηρητική και τη χειρουργική αντιμετώπιση προϋποθέτει εμπειρία και ολοκληρωμένη αξιολόγηση. Ο Δρ. Ανδρέας Λεωνίδου είναι Διευθυντής Ορθοπαιδικός Χειρουργός στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, με εξειδίκευση στην αρθροσκοπική χειρουργική του ώμου και 14 χρόνια εμπειρίας στο εξωτερικό. Αν αντιμετωπίζετε πόνο ή αδυναμία στον ώμο, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το ιατρείο ή να κλείσετε ραντεβού online για μια εξατομικευμένη εκτίμηση.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την ιατρική συμβουλή. Οι πληροφορίες είναι γενικές και εξατομικεύονται ανάλογα με την κατάσταση κάθε ασθενούς.